Μπορεί να το ξέρω αλλά μάλλον το ξέχασα. Εξαρτάται από το αν γίνεται να ξέρω κάτι που ξεχνάω. Αν ήξερα κάτι που (ξ)έχασα. Όπως και να χει, αυτό που ξέχασα αλλά δεν το ξέχασα -κουφάλες σας πέρασα όπως το παπί μου στην κολοκοτρώνη- γιατί το ξερνώ σε λίγο, είναι ότι υπάρχει μια θέση από την οποία η πραγματικότητα είναι όπως ένα άηχο πεντάγραμμο, όπως το βάθος της σκακιέρας, όπως δύο κενά συγκερασμένα. Το ζήτημα είναι η απόσταση. Αυτή από την οποία μπορείς ένα συναίσθημα να καταπιείς, όπως ένα σφηνάκι, ένα μουνάκι, μια μπανάνα, μια ψιχάλα· όπως όταν πατάς σκατά, ενώ έχεις ξεχάσει τα κλειδιά και σε παίρνει εκείνη τη στιγμή τηλ. η μαρία, ή όπως όταν ανάμεσα σ εμένα και στ αντιηλιακό σου υπάρχει μονάχα η αμηχανία· σιωπή, ηρεμία, ριγμένοι στην πύρινή μας φρυκτωρία. Όπως και να χει, στις αποστάσεις ήμασταν πάντα πρώτοι γιατί πάντα φτάναμε τελευταίοι. Κι όσο αυτή η περιγραφή μοιάζει με τις ουρές στα ελτα ή στα κεπ, εμένα πάντα θα μου θυμίζει τις ουρές στις βρύσες στο 17ο δημοτικό, όπου συναντούσα την άννα ή την τάνια και φαντασιονόμουν αντί για πρώτος να ‘φευγα τελευταίος, κι ένα πρωινό είδαμε όλοι εκείνες τις καπότες δεμένες με αυτοπεποίθηση τριγύρω τους σαν γραβάτες μ αποτέλεσμα να πίνουμε και πάλι νερό απ’ αυτές χωρίς ιδιαίτερες τύψεις ή σκέψεις γιατί, πάντα η λέξη “καπότα” ήταν τόσο οικεία όσο το “κάποτε” ή το “πάντοτε”.. Η απόσταση αυτή λοιπόν, που πάντα ήξερα αλλά πάντα την ξέχναγα, είναι τόσο μεγάλη και τόσο μικρή, τόσο θεόρατη και τόσο μηδαμινή, τόσο λυτρωτική όσο και αδιάφορη, τόσο ρητή όσο και φανταστική, τόσο στέρεα σφηνωμένη στ αδιάφορα αρχίδια μου, που και πενήντα καλικαντζαρέοι να μου δίναν το χρυσάφι τους, ποτέ δεν θα σας την έδειχνα.
*ο τίτλος απ’ την κομματάρα των Σούπερ Στέρεο Καθώς τινάζουν τα χαλιά:
Στο τέλος οι άνθρωποι χάνονται, ξεχνιούνται ή αγκαλιάζονται.
Κάποιοι βέβαια, και μάλλον αυτοί που ζουν στο όριο θάρρους και δειλίας, επιλέγουν να καταπιούν το σκατό της μετριότητας.
Πέτα πράματα
πέτα ανθρώπους
πέτα στον ουρανό
Δίμορφη η φορεσά της απώλειας
Αν δεις το δεξι μου
μαγουλο
θσ κΑταλαβεις
πώς θα φτασεις στα χειλη μου
Μα αν δεις
την κόρη των βλεφάρων μου
θα καταλάβεις
ότι θα
είμαι πάντα ένα ανάχωμα
Δυο βδομάδες, 5 λεπτά και βάλε
Από Δευτέρα σε Δευτέρα, από μέρα σε μέρα, βήμα το βήμα, σταγόνα στη σταγόνα, στανιό στο στανιό, βουλιμία παρά βουλιμία ■ γαμώ θεούς, τρέφω δαίμονες, χύνω σε νιπτήρες, ασπάζομαι νεκρούς, φτύνω εγκάθετες βουβές γκρίζες φανερές σιωπές, στροβίλους άπνοιας σπέρνω σ αφύλαχτα βοσκοτόπια, λούζω με ψέματα επιφανείς γονείς, σ αστούς μπήγω τους άσσους μου> θανατερούς, φθονερούς, ηφαιστειακούς και, σε παρθένες παραδίνω μ’ ευλάβεια το βάθος της Ιστορίας μου, «στο μουσκεμένα απ τη νυχτερινή δροσιά πλαντάζω στρώμα μου», παραδίδω «σ Άραβες και νέγρους, βεδουίνους με σπαθιά» αλλόκοτα τερετίσματα, μπορώ να με γιατρευτώ, «ακούω την αλήθεια σου», μην με ξεχνάς,
μια τρύπα
μια τρύπα και μπήκα: βάλε να πιούμε, βάλε, βάλε πάγο, βάλε νερό, βάλε ό,τι σου καυλώνει μάστορά μου, βάλε να λυθεί ο σαγώνης μου:
1. «χύσε να πνιγούν οι τραπεζίτες»
2. κενό3. κανό
3 και ⅔ μες στην ομίχλη δεν αντέχω
4. eftasa
έφτασα κουφάλες άραξα
σταγόνα στη σταγόνα ρέουν απ το λεπίδι μου οι κραυγές της μητρός,
-ποιος να μαι; Ορέστης ή το αμάρτημα του πατρός;
Ένα βήμα και πιο κοντά, πιο εκεί, πιο μακρυά,
τοπία
τοπία άχρηστα, τοπία νοσταλγικά, τοπία μόνιμα, δυνατά, ζωγραφιστά
ένας καμβάς και μη ρωτάς
μη ρωτάς πώς τα πας, πού θα πας, αν θα πας
μόνο να πας
να πας όπου τραβάς
μόνο στα πίσω, στα πίσω μη γυρνάς.
Άγκυρες που έσερνα χαράξανε ηλεκτρόδια, με βύζαξαν εμπόδια
Ανέβηκα, κατέβηκα.
| Μια η καρδιά με σέρνει, με τρίβει κάτω στη γη, το χώμα είναι δικαίο: με ρουφά, ποτίζεται, το χρέος μου· να τέλειωνα εκεί
| Mια το μυαλό με στυλώνει, προς του Λόγου το φως -έντομο καλοκαιρινό, λάμψη, σκυλί, φρουρός- με λήγει, με πυρρώνει:
τα κορμιά των δυο γονιών μου σέρνω πίσω μου νεκρά: άγκυρες, αλυσίδες, σήμαντρα: δεν παύει ο ήχος τους να κλυδωνίζεται μες στ αντηχείο του μυαλού: καθ’ ένα βήμα μου ριπή ηχούς: όποτε πατώ στη γη, κραυγή νεκρού
γδούπος κορμιού πέμπεται απ’ τα ρουθούνια στα σπλάχνα μου κι ευωδιάζει πασχαλιές
εντάσεις απόρριψης και καμίνια…γαμώ το θεό: λάστιχα στη μέση της ασφάλτου: ακόμη (δεν) σε πενθώ;
Κουρνιάστηκα σε θύμησες νεκρές, ύπουλες, ντροπιαστικές
κορίτσια που σιχαίνονται τ’ αστεία, αγόρια που εκτελούν τη φλυαρία, μανάδες που τρέμουν την ελευθερία, μπάσταρδοι μοιράζουν δώρο τη δυστυχία
να μη ρωτάς πώς τα παςσε κάθε γωνιά κι ένας σκατάς, νταβάς, ματάς
Στην πολυκατοικία
στην πολυκατοικία μετράω τα σκαλιά:
18 σου είπα μη το ξεχνάς: 18, κι άλλα 18 για να με φτάσεις//////μια καύλα ή μια αγάπη για να με κατεβάσεις
Μας κόψανε το ρεύμα, η θεία απέναντι ξερνούσε αίμα, ο μαύρος αγαπάει τα χαρτιά κι η Πίτσα τους Αλβανούς με τα πολλά λεφτά φοβά: εξόν αν είναι Αλβανός, το σπίτι νοικιάζεται κανονικά//φόλα μωρή σκρόφα, φόλα στους καθωσπρεπισμούς: smash
Μία μποτίλια κενή κι εσύ να περπατάς
από Δευτέρα σε Δευτέρα, από μέρα σε μέρα, από βήμα σε βήμα,
κάπου θα βρεθείς, κάπου θα χέσεις, κάποιον θα προσκυνάς
Μην τα μπερδέψεις (bitch) μην me ξεχνάς
Με κούρασε και τούτη η ιστορία
είχα επιλογές μα διάλεξα την πιο μαλακία
να μ αγαπάς,
να μ αγαπάς,
μα όταν με δεις μη ρωτάς πώς τα πας
5 χρόνια ξεχρέωνα. 5 χρόνια μαλάκα μου. Βδομάδα τη βδομάδα, πεντάλεπτο το πεντάλεπτο, σκέψη-σκέψη. 5 χρόνια. 5 γεμάτα χρόνια. Ξεχρέωσα. Τώρα δεν είμαι μήτε θεός μήτε θηρίο. Είμαι επιτέλους άνθρωπος. Άνθρωπος, μ ακούς; Άνθρωπος.
2019/05/07
Θαρρώ πως το δικό μου στόμα έχει ξεχωρίσει δύο εντυπώσεις ως τις μείζονες και αξεπέραστες. Η πρώτη, γνωστή, προφανής και τετριμμένη, είναι η αίσθηση της γυναικείας θηλής. Η δεύτερη είναι αυτή του ξύλου. Ναι, πράγματι, το ξύλινο ξύλο, το αυτό καθεαυτό ξύλο. Οι πατούσες μέσα στις λάσπες ή το εντός-της-θάλασσας αφορούν άλλα μέρη του σώματος. Μιλώ για την αφή, την πιο συγκλονιστική απ’ όλες τις αισθήσεις (διότι απαιτεί την επαφή) και μάλιστα την (επ)αφή με στο στόμα. Βαριέμαι φρικτά να πω την ιδιαιτερότητα του στόματος και της επαφής κι όποιος δεν τις καταλαβαίνει τον λυπάμαι.
Η γλώσσα & τα χείλη πάνω στο ξύλο σκούζουν, τσούζουν, φθείρονται, γεύονται, πάλλονται, ηδονίζονται και ηδονίζουν, σαλιώνουν, λειαίνουν, δοκιμάζουν, εκφράζουν, μεταφέρουν και δέχονται, διαμορφώνουν και διαμορφώνονται: διασχίζουν την ενεργητική ως την παθητική κι επιστρέφουν στη μέση φωνή όπως τα χελιδόνια στον ανοιξιάτικο ουρανό μάς κουβαλούν το παιδικό δώρο της άνοιξης σε ενέλιξη στροβιλιζόμενα μ’ αυτόν. Η γλώσσα διασχίζει τη μία μετά την άλλη τις στοιχειώδεις επιφάνειες της ράχης της ξύλινης επιφάνειας, μιας επιφάνειας τόσο πυκνής σε χαράδρες, ύψη, οροσειρές, τραχύτητα, φύση και αρχέγονα φιδωτά ένστικτα όσο ένας λευκός νάνος γυροβολά άγρια έτη φωτός μακρυα. Εξάγονται ολόκληροι κόσμοι που κοπανιούνται με τη βία των ωκεανών στο σπήλαιο του στόματος, μια κατάποση αισθημάτων όμοια με την τρέλα της αμηχανίας μπροστά στο δίλημμα: λάθος ή επιθυμία;
[…]
Εάν επέμενα να παραμείνω με την θετικιστική μου ανατροφή θα σας έβαζα, εσένα και την αίσθηση του ξύλου, στο ένα άκρο μιας γραμμικής κλίμακας που θα όφειλα να φτιάξω κι η οποία ανάθεμα κι αν ξέρω τί θα μετρούσε. Τώρα υπάρχετε ως πελώριοι υπέρφωτοι αστερισμοί στην απύθμενη ροή των συμβάντων.
Στο καλό
Παυλίδης - Αερικό
Λένε, όσοι βίωσ/ναν 3 από τα πέντε πέμπτα ενός χρόνου τους μαζί μου, ότι δε μιλω [mhlo] πολύ. Κι όμως, το κεφάλι μου ποτέ δεν ησύχασε, έστω προς απόδειξη του “λίγο” τους.
Θα θελα κάποτε να απολαύσω την ησυχία μου που εσύ βιώνεις >
γαπώτο
γκρμιζομε
Αγάπη μου,
σήμερα, ακούμπησα το καρναβάλι και βρέθηκα στην Ευριπίδου. Ροές του παρελθόντος εν χύθηκαν, εκεί, στ’ αντάμωμα δυο κατακόρυφων επιπέδων: κοιτώντας μια στιγμή προς τον φωτισμένο, εσωτερικό χώρο του γωνιακού bar τριγυρισμένο από την εξωτερική ησυχία, βαλμένου υπεροπτικά σε χαμηλή φώτιση εκπέμποντας υπόηχους ποτού (κίτρινος κύβος εντοιχισμένος σε απείρως εκτεινόμενο μαύρο κάδρο) βρέθηκα να περιτριγυρίζομαι εντός της μοναδικής γεύσης που άφηνε στη γλώσσα μου η σάρκα σου καθώς αυτή ολισθαίνει στην ακόμη περίπου άστεγνη και φρέσκια από το μπάνιο έκταση των δύο ύψιστων, ακατέργαστων, συμπυκνωμένων, ακάλυπτων ηδονικών τόπων σου, από το εσωτερικό του αριστερού μηρού σου έως την τρυφερή σάρκα της πυρωμένης σου γωνιάς. Εκεί, ρουφώντας τις γεύσεις προφήτευα τα μελλούμενα ωσάν Πυθία βουλιαγμένη στον ομφαλό της Γης. Ανηφόρισα τον δρόμο, χάθηκα κι άφησα πίσω μου ημιεπίπεδα ατάκτως πεταμένα.
Ευριπίδου & τραπεζιού γωνία.
Δικός μου για πάντα,
q
Alva Noto & Ryuichi Sakamoto - Vrioon
~όπως ένα “βάζω” σε μια τοποθεσία ||